Το σκεπτικό της απόφασης για την τιμωρία του Ολυμπιακού

February 13, 2018
5 Shares 214 Views

Tρεις παραβάσεις, εκ των οποίων οι δύο αντιμετωπίστηκαν ως μία, ως“κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσα πειθαρχική παράβαση”, περιλαμβάνει το σκεπτικό της απόφασης για τιμωρία που έλαβε το πειθαρχικό όργανο της Super League.

Όπως προκύπτει από τη δημοσίευση του 15σελιδου σκεπτικού, αρχικά οι “ερυθρόλευκοι” αποδέχθηκαν τη ρίψη φωτοβολίδας στον αγωνιστικό χώρο μετά την ισοφάριση της ΑΕΚ στον αγώνα του “Γεώργιος Καραϊσκάκης” για το πρωτάθλημα, ωστόσο όχι ότι το παιχνίδι διεκόπη εξαιτίας της. Οι άνθρωποι των “ερυθρολεύκων” υποστήριξαν ότι ο αγώνας καθυστέρησε να αρχίσει ξανά λόγω των πανηγυρισμών των φιλοξενουμένων, κάτι που κατέπεσε εξαιτίας των όσων έγραψε στο φύλλο αγώνα ο διαιτητής Τάσος Παπαπέτρου.

Η δεύτερη κατηγορία αφορούσε το κάψιμο πανό και λαβάρων της ΑΕΚ στην ανάπαυλα του ντέρμπι, με την εγκαλούμενη ΠΑΕ να υποστηρίζει ότι “η συγκεκριμένη ενέργεια των φιλάθλων της δεν τυποποιείται, ως πειθαρχική παράβαση, από οιαδήποτε διάταξη του Πειθαρχικού Κώδικα της Ε.Π.Ο. και ότι ως εκ τούτου θα πρέπει αυτή να μείνει ατιμώρητη”, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Ο πρωτοδίκης Σπυρίδων Καποδίστριας, ο οποίος ορίστηκε από την ΕΠΟ, ως τακτικό πειθαρχικό όργανο, διαφώνησε υποστηρίζοντας ότι “με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 5 του προϊσχύσαντος από 30-06-2016 Πειθαρχικού Κώδικα της Ε.Π.Ο., τυποποιείτο ως πειθαρχικό παράπτωμα η πρόκληση μεμονωμένων επεισοδίων στον εν γένει χώρο του γηπέδου, στις κερκίδες, στα αποδυτήρια και εντός του αγωνιστικού χώρου. Ως τέτοιο, δε, μεμονωμένο επεισόδιο απαξιολογείτο από το παρόν Πρωτοβάθμιο Μονομελές Πειθαρχικό Όργανο Super League Ελλάδα, πλην άλλων, και η καύση πανό, αθλητικών εμφανίσεων και λαβάρων μίας ποδοσφαιρικής ομάδας από φιλάθλους της αντίπαλης ομάδας στις κερκίδες του γηπέδου (βλ. ενδεικτικά την υπ’ αριθμ. 115/2016 απόφαση του Δικαιοδοτικού τούτου Οργάνου, με πειθαρχικώς εγκαλουμένη την Π.Α.Ε. ΑΕΚ)”.

Επιπροσθέτως, τέτοιες παραβάσεις μαζί με όσα συνέβησαν στο τέλος του αγώνα δύνανται να αντιμετωπιστούν “ως μία κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσα πειθαρχική παράβαση της διακεκριμένης παραλλαγής του άρθρου 15 παρ. 4 περ. β ́ του πειθαρχικού Κώδικα της Ε.Π.Ο., επ’ ωφελεία, μάλιστα, της εγκαλούμενης Π.Α.Ε., καθώς στο πλαίσιο της πειθαρχικής της μεταχειρίσεως θα επιβληθεί σε αυτήν μία ενιαία πειθαρχική κύρωση και όχι πλείονες τοιαύτες, εφόσον πάντοτε αποδειχθεί η ουσιαστική βασιμότητα των αποδιδόμενων σε αυτήν επιμέρους εξακολουθητικών πράξεων και λαμβανομένης υπ’ όψιν της βαρύτητας και της απαξίας εκάστης εξ αυτών”.

Αυτό συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση, με τον αθλητικό δικαστή να συναποφασίζει για την καύση των πανό μαζί με όσα συνέβησαν μετά από το τέλος του αγώνα.

Στο σκεπτικό για την τρίτη και βαρύτερη κατηγορία, ο αθλητικός δικαστής υποστηρίζει ότι “έξι (6) άγνωστα άτομα, τα οποία έφεραν διαπιστεύσεις της γηπεδούχου και ήδη εγκαλούμενης Π.Α.Ε. εισήλθαν εντός του αγωνιστικού χώρου και επιτέθηκαν λεκτικά κατά των αθλητών και των παραγόντων της φιλοξενούμενης ομάδας, οι οποίοι είχαν ήδη εισέλθει εντός του αγωνιστικού χώρου για να πανηγυρίσουν τη νίκη τους”.

Εξαιτίας αυτής της ενέργειας, επενέβησαν αστυνομικές δυνάμεις και μετά από την ένταση που προκλήθηκε, εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο περίπου 50 οπαδοί των “ερυθρολεύκων”, που προκάλεσαν επεισόδια και φθορές.

Στην επιχειρηματολογία του Ολυμπιακού για αδικαιολόγητη και προκλητική παρουσία της αστυνομίας, το σκεπτικό της απόφασης λέει πως δεν αποδέχεται ως “επιθετική και εριστική” τη συμπεριφορά της αστυνομίας και αντιθέτως θεωρεί απολύτως δικαιολογημένη την είσοδο των αστυνομικών στον αγωνιστικό χώρο. Και γιατί έπρεπε να σταματήσουν οι λεκτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των έξι διαπιστευμένων και των ανθρώπων της ΑΕΚ, αλλά και γιατί, σύμφωνα με το σκεπτικό, στο φινάλε κρίσιμων αγώνων “ελλοχεύει ο κίνδυνος οι εν λόγω λεκτικές κατ’ αρχάς αντιπαραθέσεις και διαμαρτυρίες να εξελιχθούν σε βίαιο συμβάν”.

Τέλος, το πειθαρχικό όργανο της Super League απορρίπτει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του Ολυμπιακού πως δεν ήταν οπαδοί των ερυθρολεύκων, αφού “δεν προκύπτει από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο”. Σημειώνει, δε, πως ο Ολυμπιακός δεν χρησιμοποίησε τις κάμερες για να ταυτοποιήσει τους δράστες και να τους υποδείξει στις αρμόδιες αρχές, ώστε να μπορεί να αποδείξει πως δεν είναι φίλαθλοι της ομάδας.

Επιπλέον, ο Κούλης Δουρέκας κι ο νομικός εκπρόσωπος του Ολυμπιακού στις καταθέσεις τους “κάνουν λόγο αποκλειστικά και μόνο για φιλάθλους της εγκαλούμενης ΠΑΕ, που συνεπλάκησαν με τις αστυνομικές δυνάμεις, και όχι για άγνωστα, μη συνδεόμενα με αυτήν πρόσωπα, που πρόσκεινται στον αναρχικό χώρο” (κάτι που άφησε να εννοηθεί η υπεράσπιση του συλλόγου, εξαιτίας της έλλειψης διακριτικών της ομάδας στους 50 εισβολείς).

Τέλος, γίνεται και αναφορά για τον τραυματισμό ενός αστυνομικού“χωρίς, όμως, να προκύπτει από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο η βαρύτητα του τραυματισμού του, ως και το είδος της τυχόν προκληθείσης σε αυτόν σωματικής βλάβης”.

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΚΕΠΤΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ

“Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι, μετά την λήξη της επίμαχης ποδοσφαιρικής αναμετρήσεως, και περί ώρα 21.35 ́, έξι (6) άγνωστα άτομα, τα οποία έφεραν διαπιστεύσεις της γηπεδούχου και ήδη εγκαλούμενης Π.Α.Ε. εισήλθαν εντός του αγωνιστικού χώρου και επιτέθηκαν λεκτικά κατά των αθλητών και των παραγόντων της φιλοξενούμενης ομάδας, οι οποίοι είχαν ήδη εισέλθει εντός του αγωνιστικού χώρου για να πανηγυρίσουν τη νίκη τους, καθώς ο αγώνας είχε λήξει με σκορ 1-2 υπέρ της Π.Α.Ε. ΑΕΚ. Άμεσα, επενέβησαν οι αστυνομικές δυνάμεις, που ευρίσκονταν στη φυσούνα, προκειμένου να συνοδεύσουν με ασφάλεια τους προαναφερθέντες παράγοντες και ποδοσφαιριστές εντός των αποδυτηρίων τους, με αποτέλεσμα να προκληθεί ένταση.

Η προκληθείσα, δε, ένταση, μεταξύ των διαπιστευμένων ατόμων της εγκαλούμενης Π.Α.Ε. και των αστυνομικών δυνάμεων, συνεπεία της ανωτέρω επεμβάσεως των τελευταίων, συνεχίσθηκε και μετά την απομάκρυνση από τον αγωνιστικό χώρο τόσο των ποδοσφαιριστών και των παραγόντων της Π.Α.Ε. ΑΕΚ, όσο και των ποδοσφαιριστών της Π.Α.Ε. ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ, καθώς και της διαιτητικής ομάδας του αγώνα.

Ακολούθως, ένεκα της αναφυείσης αυτής διαμάχης, περίπου πενήντα (50) οπαδοί της εγκαλουμένης από τις θύρες 4-5 εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου και επιτέθηκαν εναντίον των δυνάμεων της Αστυνομίας, που είχαν παραταχθεί έμπροσθεν της φυσούνας, εκτοξεύοντας εναντίον τους καδρόνια, πυρσούς, σπασμένα πλαστικά καθίσματα, διαφημιστικές πινακίδες (μη ηλεκτρονικές), καθώς και διάφορα άλλα αντικείμενα.

Οι βίαιες αυτές συμπλοκές των οπαδών της εγκαλούμενης Π.Α.Ε. και των αστυνομικών δυνάμεων διήρκεσαν λίγα λεπτά, ενώ έληξαν, αφού οι αστυνομικές δυνάμεις προέβησαν στην αναγκαία για την περίσταση χρήση δακρυγόνων μέσων, προς αντιμετώπιση των επιτιθέμενων εναντίον τους προσώπων.

Επισημαίνεται, δε, ότι στο συμβάν παρενέβησαν προς αποκλιμάκωση της εντάσεως και οι υπεύθυνοι ασφαλείας και οι εκπρόσωποι της Π.Α.Ε. ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ, καθώς και το ιδιωτικό προσωπικό ασφαλείας, το οποίο είχε αυτή προσλάβει.

Αποτέλεσμα των κατά τα ως άνω γενόμενων συγκρούσεων ήταν, εκτός από την πρόκληση φθοράς διαφόρων αντικειμένων, που ευρίσκοντο στο γήπεδο, όπως διαφημιστικών πινακίδων (μη ηλεκτρονικών), σπασμένων πλαστικών καθισμάτων κ.λπ., και η πρόκληση του τραυματισμού ενός (1) αστυνομικού, χωρίς, όμως, να προκύπτει από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο η βαρύτητα του τραυματισμού του, ως και το είδος της τυχόν προκληθείσης σε αυτόν σωματικής βλάβης.

Με βάση, επομένως, τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, το εκτυλιχθέν επεισόδιο, το οποίο έλαβε χώρα εντός του αγωνιστικού χώρου, χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερη ένταση και βιαιότητα, που έθεσε εν αμφιβόλω την τήρηση της τάξεως στο γήπεδο, διακινδυνεύοντας συνάμα και εν τέλει βλάπτοντας τα έννομα αγαθά της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας των ευρισκόμενων στο γήπεδο προσώπων. Επιπλέον, εξαιτίας της εντάσεως, αλλά και της εκτάσεως του ανωτέρω βίαιου συμβάντος, προεκλήθη στο φίλαθλο κοινό και στην εν γένει κοινή γνώμη αίσθημα έντονης απαξιώσεως και αποστροφής προς το ποδόσφαιρο.

Το ανωτέρω, εξάλλου, πειθαρχικώς αξιόλογο περιστατικό αποδεικνύεται από την έκθεση του παρατηρητή του αγώνα, ενώ επιρρωνύεται ιδίως από την υπ’ αριθμ. πρωτ. 2128/18/266225 από 06-02-2018 αναφορά συμβάντων του Διευθυντή του Τμήματος Γενικής Αστυνομεύσεως της Διευθύνσεως Αστυνομίας Πειραιώς, η δε περί του αντιθέτου κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος της εγκαλούμενης Π.Α.Ε., καθώς και η ανωμοτί τοιαύτη του νομίμου εκπροσώπου της δεν δύνανται να κλονίσουν την πεποίθηση του παρόντος δικαιοδοτικού οργάνου, περί της αληθείας των ως άνω αποδεικνυόμενων πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, πέραν των ανωτέρω μνημονευόμενων καταθέσεων, ότι οι συμπλοκές μεταξύ των οπαδών της Π.Α.Ε. ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ και των αστυνομικών δυνάμεων, υπήρξαν απότοκος συνέπεια τυχόν επιδειχθείσης εριστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των τελευταίων, έναντι των έξι (6) ανωτέρω διαπιστευμένων ατόμων της εγκαλουμένης, ούτε, δε, προκύπτει ότι οι αστυνομικές δυνάμεις προέβησαν σε αναιτιολόγητη χρήση δακρυγόνων μέσων, εν όψει της διατεινόμενης από την εγκαλουμένη ακίνδυνης διαμαρτυρίας των φιλάθλων της προς τους ποδοσφαιριστές της.

Άλλωστε, η Π.Α.Ε. ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται ορισμένο αποδεικτικό στοιχείο, όπως σχετικό οπτικοακουστικό υλικό, από το οποίο ευχερώς να προκύπτει ότι οι ευρισκόμενες στον αγωνιστικό χώρο αστυνομικές δυνάμεις ενήργησαν εκτός του πλαισίου των καθηκόντων τους, επιδεικνύοντας επιθετική και εριστική διάθεση έναντι των διαπιστευμένων προσώπων της εγκαλουμένης, με αποτέλεσμα να προκληθούν οι λοιποί φίλαθλοί της και να εμπλακούν στο ανωτέρω επεισόδιο. Σε κάθε, δε, περίπτωση, θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν αποτελούν ενέργειες καθ’ υπέρβαση ή εκτός του πλαισίου των καθηκόντων των αστυνομικών δυνάμεων, οι ανωτέρω αποδεικνυόμενες ως γενόμενες εκ μέρους τους ενέργειες, που σαφώς κατέτειναν στη διασφάλιση της τηρήσεως των μέτρων τάξεως εντός του γηπέδου, δια της αποτροπής έστω και λεκτικών αντιπαραθέσεων μεταξύ αφενός μεν των διαπιστευμένων προσώπων και των φιλάθλων της εγκαλουμένης και αφετέρου των ποδοσφαιριστών και των αξιωματούχων της ιδίας ή της φιλοξενούμενης ομάδας, καθόσον, δεδομένης της εντάσεως που επικρατεί σε ποδοσφαιρικούς αγώνες μεταξύ ομάδων, που διεκδικούν την απόκτηση του τίτλου του ελληνικού πρωταθλήματος και συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του ποδοσφαιρόφιλου κοινού, όπως και ο επίμαχος, ελλοχεύει ο κίνδυνος οι εν λόγω λεκτικές κατ’ αρχάς αντιπαραθέσεις και διαμαρτυρίες να εξελιχθούν σε βίαιο συμβάν. Αντιθέτως, τα ανωτέρω διαπιστευμένα πρόσωπα της εγκαλουμένης όφειλαν, συμμορφούμενα προς τις υποδείξεις της Αστυνομίας, να απομακρυνθούν από τον αγωνιστικό χώρο του γηπέδου.

Περαιτέρω, η εγκαλουμένη, με το από 09-02-2018 έγγραφο υπόμνημά της, ισχυρίζεται ότι δεν υπέχει οιαδήποτε ευθύνη για το εν λόγω συμβάν, δεδομένου ότι τα πρόσωπα που συνεπλάκησαν με τις αστυνομικές δυνάμεις, αμέσως μετά την λήξη του ως άνω ποδοσφαιρικού αγώνα, δεν έφεραν διακριτικά της ομάδας της, ούτε ήταν οργανωμένοι ή έστω και απλοί φίλαθλοί της, αλλά αντιθέτως ήταν ενδεδυμένα με σκουρόχρωμα ρούχα, ενώ η όλη εικόνα, εμφάνιση και δράση τους προσομοίαζε σε άτομα του αναρχικού χώρου, τα οποία δημιουργούν συνεχώς εντάσεις και επεισόδια με τις αστυνομικές δυνάμεις.

Ο προκείμενος, ωστόσο, ισχυρισμός της εγκαλουμένης, που κατατείνει στην άρση της αντικειμενικής της ευθύνης, για την προεκτεθείσα απρεπή συμπεριφορά των φιλάθλων της, τυγχάνει απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς δεν προκύπτει από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι τα εν λόγω άτομα, που συνεπλάκησαν με τις αστυνομικές δυνάμεις εντός του αγωνιστικού χώρου μετά την λήξη του αγώνα, ήταν πρόσωπα που δεν συνδέονται ως φίλαθλοι με την εγκαλουμένη ή ότι αποτελούν άτομα, εντεταγμένα σε ομάδες προσώπων, που επιδεικνύουν έκνομη δραστηριότητα και επιδίδονται σε βίαιες επιθέσεις εναντίον αστυνομικών δυνάμεων.

Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα από τις αστυνομικές δυνάμεις η σύλληψη και η ταυτοποίηση οιουδήποτε εξ αυτών των προσώπων, ούτε, δε, η εγκαλουμένη κατονομάζει ρητώς κάποιο ή κάποια από αυτά, προσδιορίζοντας σαφώς την ταυτότητα και την συστηματική παραβατική τους δραστηριότητα σε βάρος της Ελληνικής Αστυνομίας και μη.

Άλλωστε, σημειώνεται ότι η πειθαρχικώς εγκαλουμένη ευχερώς θα μπορούσε να ταυτοποιήσει, με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα εποπτείας του γηπέδου της, και να υποδείξει τόσο στις αρμόδιες Αρχές (αρμόδια Εισαγγελία Πρωτοδικών), όσο και στο παρόν Δικαιοδοτικό Όργανο, τα υπαίτια φυσικά πρόσωπα, τα οποία συνεπλάκησαν στο ως άνω περιστατικό, ώστε να δυνηθεί να αποδείξει ότι αυτά δεν συνδέονταν με αυτήν, ως φίλαθλοί της.

Αντιθέτως, τόσο ο ενόρκως εξετασθείς στο ακροατήριο του παρόντος Πειθαρχικού Οργάνου μάρτυρας της εγκαλουμένης, Κυριάκος Δουρέκας, εκπρόσωπος της εγκαλούμενης ομάδας στον επίμαχο αγώνα, όσο και ο ανωμοτί εξετασθείς νόμιμος εκπρόσωπός της, Ευάγγελος Μπαταγιάννης, στις καταθέσεις τους κάνουν λόγο αποκλειστικά και μόνο για φιλάθλους της εγκαλούμενης Π.Α.Ε., που συνεπλάκησαν με τις αστυνομικές δυνάμεις, και όχι για άγνωστα, μη συνδεόμενα με αυτήν πρόσωπα, που πρόσκεινται στον αναρχικό χώρο.

Ως εκ τούτων, δεν καταλείπεται οιαδήποτε αμφιβολία στο παρόν δικαιοδοτικό όργανο, περί του ότι τα άτομα που συνεπλάκησαν εν προκειμένω με τις αστυνομικές δυνάμεις ήταν φίλαθλοι της εγκαλουμένης.

Επιπλέον, η πειθαρχικώς εγκαλουμένη ισχυρίζεται ότι το προπεριγραφέν επεισόδιο δεν δύναται να υπαχθεί στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 4 περ. β ́ του Πειθαρχικού Κώδικα της Ε.Π.Ο., καθώς στη διαλαμβανόμενη σε αυτή τη διάταξη έννοια της βιαιοπραγίας εντάσσεται μόνον η άσκηση παράνομης βίας μεταξύ των συμμετεχόντων κατά τη διεξαγωγή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα, ήτοι μεταξύ των παρευρισκόμενων στο γήπεδο φιλάθλων των ποδοσφαιρικών ομάδων ή μεταξύ των φιλάθλων και των αξιωματούχων και ποδοσφαιριστών των ομάδων, και όχι μεταξύ απροσδιορίστου αριθμού ατόμων, που δεν σχετίζονται με τα ανωτέρω πρόσωπα.

Κατόπιν αυτού, επικαλείται ότι δεν μπορεί εν προκειμένω να υπαχθεί στην έννοια της βιαιοπραγίας η συμπλοκή των ανωτέρω φερομένων μη φιλάθλων της με τις αστυνομικές δυνάμεις. Και ο ισχυρισμός, όμως, αυτός ελέγχεται απορριπτέος, ως αβάσιμος και δη ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθώς αφενός μεν αποδεικνύεται, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ότι τα εμπλεκόμενα στο εν λόγω επεισόδιο άτομα ήσαν φίλαθλοι της εγκαλουμένης, ενώ, περαιτέρω, ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 4 περ. β ́ του Πειθαρχικού Κώδικα της Ε.Π.Ο. συνίσταται ιδίως στην αποτροπή των φθορών ξένης ιδιοκτησίας και των βιαιοπραγιών κατά προσώπων που ευρίσκονται σε όλους τους χώρους του γηπέδου (αγωνιστικός χώρος, κερκίδες, αποδυτήρια και εν γένει χώρος του γηπέδου), χωρίς αυτονόητα να γίνεται από τη διάταξη αυτή οιαδήποτε διάκριση και περιορισμός των φορέων των προστατευόμενων εννόμων αγαθών μόνον στους φιλάθλους, στους ποδοσφαιριστές και τους αξιωματούχους των ομάδων και του αγώνα και να εξαιρούνται οι νομίμως παρευρισκόμενες στο γήπεδο αστυνομικές δυνάμεις, που είναι επιφορτισμένες με τη διασφάλιση της ευταξίας και της ασφάλειας απάντων των παριστάμενων στο γήπεδο προσώπων.

Συνακόλουθα, δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι σκοπός του πειθαρχικού νομοθέτη ήταν η κάμψη της αντικειμενικής πειθαρχικής ευθύνης των εκάστοτε πειθαρχικώς ελεγχόμενων Π.Α.Ε., σε περίπτωση τελεσθείσης βιαιοπραγίας σε βάρος των ευρισκόμενων αστυνομικών δυνάμεων”.

Leave a Comment

Your email address will not be published.